
Ένας Βιντεοπροβολέας, γνωστός και σαν ψηφιακός προβολέας, είναι μια συσκευή που δέχεται ένα σήμα Βίντεο, μέσω πληθώρας συνδέσεων (καλωδίων) όπως S-VIDEO, VGA, COMPOSITE κτλ, και προβάλει μέσω μίας λάμπας και ενός φακού, την αντίστοιχη εικόνα πάνω σε ένα πανί προβολής, Διαδραστικό πίνακα, τοίχο, ή γενικότερα σε οποιαδήποτε λευκή επιφάνεια. Όλοι οι βιντεοπροβολείς χρησιμοποιούν πολύ δυνατό φώς για να προβάλουν την εικόνα μας σε μία από της παραπάνω επιφάνειες. Οι Βιντεοπροβολείς χρησιμοποιούνται για μια πληθώρα λειτουργιών, όπως εκπαίδευση, Home Cinema, συνεδριακούς χώρους και σε Διαδραστικούς πίνακες, που χρησιμοποιούνται για να την διδασκαλία ατόμων μέσω της αλληλεπίδρασης.
Συνήθεις αναλύσεις προβολής για ένα φορητό προβολέα είναι η SVGA (800×600 pixels), XGA (1024×768 pixels), 720p (1280×720 pixels), και 1080p (1920×1080 pixels).
Το κόστος ενός προβολέα δεν εξαρτάται μόνο από την ανάλυση που μπορεί να λειτουργήσει αλλά επίσης και από την φωτεινότητα του. Για παράδειγμα, ένας προβολέας με έξοδο φωτεινότητας – light output (που μετριέται σε lumens, και συμβολίζεται με τα αρχικά “lm”), πρέπει να εγκατασταθεί για να προβάλει σε μια μεγάλη επιφάνεια ή ένα δωμάτιο με αυξημένο φως περιβάλλοντος. Μια βαθμολόγηση από 1500 μέχρι 2500 ANSI lumens ή χαμηλότερη, προτείνεται για μικρές επιφάνειες προβολής με ελεγχόμενο φωτισμό ή χαμηλό φως περιβάλλοντος. Μεταξύ 2500 και 4000 lm ενδείκνυται για μέτριες επιφάνειες προβολής, με σχετικό φως περιβάλλοντος ή με χαμηλό φωτισμό δωματίου. Πάνω από 4000 lm ενδείκνυται για μεγάλες έως πολύ μεγάλες επιφάνειες προβολής που βρίσκονται σε ένα μεγάλο χώρο χωρίς ελεγχόμενες συνθήκες φωτισμού του χώρου (πχ κάποιο συνεδριακό χώρο). Το μέγεθος της προβαλλόμενης εικόνας παίζει επίσης σημαντικό ρόλο, γιατί η συνολική μέτρηση φωτεινότητας lm δεν αλλάζει σε καμία περίπτωση. Αυτό που αλλάζει είναι το μέγεθος της προβαλλόμενης εικόνας σε συνδυασμό με την φωτεινότητα. Όσο δηλαδή αυξάνεται το μέγεθος της προβαλλόμενης εικόνας, μειώνεται η φωτεινότητα της προβολής. Τα μεγέθη της προβαλλόμενης εικόνας συνήθως μετριούνται με γραμμικές μεθόδους δηλαδή διαγώνια, μην αναφέροντας πολλές φορές το γεγονός ότι όσο μεγαλύτερη είναι η επιφάνεια που θέλουμε να προβάλουμε, τόσο περισσότερο φως (lm) πρέπει να έχουμε (αναλογικά με την επιφάνεια της προβολής μας, όχι μόνο με το μέγεθος μίας από της πλευρές). Με απλά λόγια, αυξάνοντας την διαγώνιο της προβαλλόμενης εικόνας (από κάτω αριστερή άκρη μέχρι επάνω δεξιά) κατά 25%, η φωτεινότητα της προβαλλόμενης εικόνας μας, μειώνεται περισσότερο από 35%. Οπότε αν αυξήσουμε την διαγώνιο κατά 41%, η φωτεινότητα μειώνεται κατά το ήμισυ.
. Αυτή η τεχνολογία χρησιμοποιεί μία, δύο ή τρεις ανάλογα, μικροσκοπικές βαλβίδες φωτός, που ονομάζονται digital micromirror devices, ή αλλιώς γνωστές ως (DMDs). Η μονή και η διπλή έκδοση των DMD, χρησιμοποιούν περιστρεφόμενους «χρωματικούς δίσκους» ή color wheels, σε συνδυασμό με τον καθρέπτη ανανέωσης, για να διαφοροποιήσουν τα χρώματα. Ένα από τα μειονεκτήματα αυτής της τεχνολογίας με μονό ή διπλό DMD, είναι ότι όταν κάποιο ποσοστό ανθρώπων κουνάει τα μάτια του σε συνδυασμό με την προβαλλόμενη εικόνα, εμφανίζεται ένα υποτιθέμενο «ουράνιο τόξο» . Η ποιο σύγχρονη γενιά προβολικών αυτής της τεχνολογίας, έχουν μειώσει σημαντικά αυτό το πρόβλημα (χρησιμοποιούν μεγαλύτερη ταχύτητα στην κίνηση του χρωματικού δίσκου από 2 φορές ποιο γρήγορα μέχρι 4 φορές ποιο γρήγορα). Τέλος, τα προβολικά με τρία DMD, ποτέ δεν παρουσιάζουν αυτό το πρόβλημα, μιας και προβάλουν και τους τρεις χρωματικούς δίσκους ταυτόχρονα.
Όλο και πιο συχνά και με αφορμή την μείωση του κόστους αγοράς οι πελάτες προτιμούν προβολικά κατηγορίας Ultra Short Throw τα οποία προβάλουν την εικόνα τους από πολύ κοντινή απόσταση μειώνοντας αισθητά την σκιά και το ενοχλητικό φως στα μάτια του εισηγητή.
Δώστε ιδιαίτερη σημασία στα παρακάτω: